sharp

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

sharp (en)

  1. κοφτερός
  2. οξυδερκής
  3. απότομος
  4. μυτερός
  5. οξύς

Σύνθετα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sharp (en)

  1. (μουσική) δίεση ()
     αντώνυμα: flat