flat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

flat (en)

  1. διαμέρισμα (στο Η.Β.)
  2. (μουσική) ύφεση ()
     αντώνυμα: sharp
    • double flat - διπλή ύφεση ()

Επίθετο[επεξεργασία]

flat (en)

Επίρρημα[επεξεργασία]

flat (en)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

flat (nl) ουδέτερο