flat

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

flat (en)

  1. διαμέρισμα (στο Η.Β.)
  2. (μουσική) ύφεση ()
    αντώνυμα: sharp
    • double flat - διπλή ύφεση ()

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

flat (en)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

flat (en)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

flat (nl) ουδέτερο