οξύς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οξύς οξεία οξύ
γενική οξύ
οξέος
οξείας οξέος
οξύ
αιτιατική οξύ οξεία οξύ
κλητική οξύ οξεία οξύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οξείς οξείες οξέα
γενική οξέων οξειών οξέων
αιτιατική οξείς οξείες οξέα
κλητική οξείς οξείες οξέα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξύς < αρχαία ελληνική ὀξύς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οξύς, -εία, -ύ

  1. που στην άκρη του είναι μυτερός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αιχμηρός. μυτερός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αμβλύς
  2. που η έντασή του είναι μεγάλη
    Οξεία φωνή συγκλόνισε ξαφνικά τους επιβάτες του τραμ. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: διαπεραστικός, δριμύς, δυνατός, έντονος, σφοδρός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αδυνατισμένος, αμβλύς, άτονος, εξασθενημένος, χαλαρός
  3. πικρόχολος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]