παροξυσμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παροξυσμός οι παροξυσμοί
      γενική του παροξυσμού των παροξυσμών
    αιτιατική τον παροξυσμό τους παροξυσμούς
     κλητική παροξυσμέ παροξυσμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παροξυσμός < αρχαία ελληνική παροξυσμός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παροξυσμός αρσενικό

  1. κάθε αιφνίδιο, βίαιο ξέσπασμα
  2. (μεταφορικά) η μανία
  • ιατρική νευρική εκδήλωση μικράς διάρκειας που επέρχεται και λήγει απότομα.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]