acide

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

acide < λατινική acidus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.sid/
acide 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

acide (fr) αρσενικό

L'acide chlorhydrique : το υδροχλωρικό οξύ.

Cela a un goût acide : είναι ξινό.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]