οξύ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οξύ οξέα
γενική οξέος οξέων
αιτιατική οξύ οξέα
κλητική οξύ οξέα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξύ < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: ὀξύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οξύ ουδέτερο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • οξύ στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

οξύ

  1. οξύς, στη γενική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
  2. ουδέτερο του οξύς, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού