ζεύγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζεύγος τα ζεύγη
      γενική του ζεύγους των ζευγών
    αιτιατική το ζεύγος τα ζεύγη
     κλητική ζεύγος ζεύγη
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζεύγος < αρχαία ελληνική ζεῦγος < ζεύγνυμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζεύγος ουδέτερο

  1. συνδυασμός δύο στοιχείων που αποτελούν ένα σύνολο
  2. δύο άνθρωποι που ενώνονται με τα δεσμά του γάμου ή έχουν ερωτικό δεσμό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]