Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζευγάρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζευγάρι τα ζευγάρια
      γενική του ζευγαριού των ζευγαριών
    αιτιατική το ζευγάρι τα ζευγάρια
     κλητική ζευγάρι ζευγάρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζευγάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζευγάρι < ζευγάριν < αρχαία ελληνική ζευγάριον, υποκοριστικό του ζεῦγος[1] + κατάληξη υποκοριστικού -άριον

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /zeˈvɣa.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ζευγάρι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζευγάρι ουδέτερο

  1. συνδυασμός δύο στοιχείων που αποτελούν ένα σύνολο
      Η δομή, πρωταρχική και βασική, στην πραγματικότητα περιορίζεται σε μια αρχετυπική σύγκρουση αντιθετικών ζευγαριών: του Καλού με το Κακό, του Ανθρώπου με το Κτήνος, της Γυναίκας με τον Άντρα, του Παιδιού με τον Ενήλικο, του Πολιτισμού με τη Φύση. (Μαρί Λου, Πρόμαχος, εκδ. Πατάκης, 2016, μεταφραστής Αλέξης Καλοφωλιάς)
  2. δύο άνθρωποι που ενώνονται με τα δεσμά του γάμου ή συνδέονται ερωτικά
      «Τι βλέπεις εσύ; τι παριστάνουν αυτά;» ρώτησε ο Άρης τη Λία - ακόμα ζευγάρι τότε - όταν, στην γκαλερί, στάθηκαν μπροστά στην εγκατάσταση του Αμερικανού καλλιτέχνη που εκείνη έβρισκε ό,τι πιο μοντέρνο και ευρηματικό και όχι, όπως εκείνος, «μια παπαριά». (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, εκδ. Ίκαρος, 2024)
  3. δύο ζώα που οργώνουν μαζί ή σέρνουν μια άμαξα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]