para

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Bosnia and Herzegovina.svg Βοσνιακά (bs) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

para (bs)



Flag of Lithuania.svg Λιθουανικά (lt) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

para (lt)

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpara/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

para (pl) θηλυκό

  1. το ζευγάρι
    • άντρας και γυναίκα
    • το ζευγαράκι
    • δύο όμοια πράγματα
    • ένα αντικείμενο που συνήθως αποτελείται από δύο κομμάτια
      para rękawiczek - ζευγάρι γάντια
    • ένα αντικείμενο που μοιάζει να αποτελείται από δύο κομμάτια
      para nożyczek - ψαλίδι (το ψαλίδι γιατί έχει "δύο" τμήματα και η λέξη nożyczki είναι στον πληθυντικό)
    • το δεύτερο μέλος ενός ζευγαριού
      chciałam/em nauczyć dzieci tańczyć, ale jedno (dziecko) zostało bez pary - ήθελα να μάθω τα παιδιά να χορεύουν αλλά ένα (παιδί) έμεινε χωρίς ζευγάρι
  2. ο ατμός
  3. ο παράς (υποδιαίρεση τούρκικου νομίσματος)

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) []

Open book 01.svg Πρόθεση[]

para (pt)

  1. για