base

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

base (en)

  1. η βάση, το θεμέλιο (ενός κτηρίου ή ενός συλλογισμού)
  2. η στρατιωτική βάση
  3. (χημεία) η βάση
  4. (μαθηματικά) η βάση ενός τριγώνου· η βάση ενός λογαρίθμου

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

base (en)

  1. βασίζω, στηρίζω
  2. εδρεύω, έχω τη έδρα μου, τη βάση μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]


Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɑːz/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
base bases

base (fr) θηλυκό



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
base bases

base (es) θηλυκό

  1. βάση