based

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

based (en)

  1. που έχει (ισχυρή) βάση, εδραιωμένος
  2. βασισμένος
  3. στηριγμένος
  4. που εδρεύει, έχει την έδρα του, τη βάση του, σε συγκεκριμένο σημείο (για εταιρεία ή οργανισμό)

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

based (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος base