Μετάβαση στο περιεχόμενο

base on

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας base on
γ΄ ενικό ενεστώτα bases on
αόριστος based on
παθητική μετοχή based on
ενεργητική μετοχή basing on

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
base on <  δείτε τις λέξεις base και on

base on (en)

  • βασίζω σε, στηρίζω σε, εξαρτώ από, χρησιμοποιώ μια ιδέα, ένα γεγονός, μια κατάσταση κτλ. ως βάση από την οποία μπορεί να αναπτυχθεί κάτι
    παράδειγμα  I base my arguments on facts.
    Βασίζω τα επιχειρήματά μου σε γεγονότα.
    παράδειγμα  The film was based on the novel of the same name.
    Η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα.
    παράδειγμα  What are you basing this opinion on?
    Πού στηρίζεις αυτή την άποψή σου;
    παράδειγμα  The ideas are based on his writings.
    Οι ιδέες στηρίζονται στα γραπτά του.
    παράδειγμα  He’s basing victory on their numerical superiority.
    Εξαρτά τη νίκη από την αριθμητική υπεροχή.
    παράδειγμα  She bases happiness only on money.
    Εξαρτά την ευτυχία μόνο από το χρήμα.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  •  και δείτε το phrasal verb depend on