base on
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | base on |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | bases on |
| αόριστος | based on |
| παθητική μετοχή | based on |
| ενεργητική μετοχή | basing on |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]base on (en)
- βασίζω σε, στηρίζω σε, εξαρτώ από, χρησιμοποιώ μια ιδέα, ένα γεγονός, μια κατάσταση κτλ. ως βάση από την οποία μπορεί να αναπτυχθεί κάτι
I base my arguments on facts.
- Βασίζω τα επιχειρήματά μου σε γεγονότα.
The film was based on the novel of the same name.
- Η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα.
What are you basing this opinion on?
- Πού στηρίζεις αυτή την άποψή σου;
The ideas are based on his writings.
- Οι ιδέες στηρίζονται στα γραπτά του.
He’s basing victory on their numerical superiority.
- Εξαρτά τη νίκη από την αριθμητική υπεροχή.
She bases happiness only on money.
- Εξαρτά την ευτυχία μόνο από το χρήμα.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- → και δείτε το phrasal verb depend on