Μετάβαση στο περιεχόμενο

on

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

on (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. που φοριέται στο σώμα κάποιου
    παράδειγμα  Put your shoes on.
    Βάλε τα παπούτσια σου.
    παράδειγμα  I have my coat on.
    Φοράω το παλτό μου.
    παράδειγμα  His pants are on.
    Το παντελόνι του φοριέται.
  2. που καλύπτει, αγγίζει ή αποτελεί μέρος κάτι
    παράδειγμα  Make sure that the lid is on.
    Βεβαιώσου ότι το καπάκι είναι στη θέση του.
    παράδειγμα  We got a Christmas tree so let’s put some decorations on.
    Πήραμε χριστουγεννιάτικο δέντρο, οπότε ας βάλουμε μερικά στολίδια.
  3. μπαίνω μέσα σε όχημα
    παράδειγμα  The bus stopped and four people got on.
    Το λεωφορείο σταμάτησε και τέσσερα άτομα μπήκαν (μέσα).
    παράδειγμα  They hurried on to the plane.
    Βιάστηκαν να μπουν στο αεροπλάνο.
    συγκρίνετε με το: onto
  4. ανοιχτός, ανοιγμένος, αναμμένος, χρησιμοποιείται για κάτι που είναι συνδεδεμένο ή λειτουργεί
    παράδειγμα  You left the TV on.
    Άφησες ανοιχτή την τηλεόραση.
    παράδειγμα  Look if the radiators are on.
    Δες αν είναι ανοιγμένα τα καλοριφέρ.
    παράδειγμα  The water heater is on.
    Ο θερμοσίφωνας είναι αναμμένος.
    παράδειγμα  I am turning the tap on.
    Ανοίγω τη βρύση.
    παράδειγμα  I turn the light/the radio on.
    Ανοίγω το φως/το ράδιο.
  5. πέρα, από, χρησιμοποιείται για να δείξει ότι κάποιος ή κάτι κινείται ή στέλνεται προς τα εμπρός
    παράδειγμα  From now on you will be continuing by yourselves.
    Από δω και πέρα θα συνεχίσετε μόνοι σας.
    παράδειγμα  I’m finish up today and (from) tomorrow on I’ll be free.
    Σήμερα τελειώνω και από αύριο θα είμαι ελεύθερος.
    παράδειγμα  She stopped for a moment, then walked on.
    Στάθηκε για μια στιγμή, μετά συνέχισε να περπατά.
    παράδειγμα  Keep straight on for the beach.
    Συνεχίστε ευθεία για την παραλία.
    παράδειγμα  Continue on until you reach the station.
    Συνέχισε ώσπου να φτάσεις στο σταθμό.
    παράδειγμα  Move on, no standing!” said the officer.
    «Προχωρείτε, μη στέκεστε!» είπε ο αστυφύλακας.
    παράδειγμα  Go on ahead and I’ll catch up with you.
    Προχώρησε μπροστά και θα σε φτάσω.
    παράδειγμα  As the evening slowly wore on
    Καθώς το βράδυ προχωρούσε αργά…
    παράδειγμα  I'm moving on to a master's degree.
    Προχωρώ σε μεταπτυχιακό.
    παράδειγμα  We should move on to the next topic.
    Θα πρέπει να προχωρήσουμε στο επόμενο θέμα.
  6. χρησιμοποιείται για να δείξει ότι κάτι συνεχίζεται
    παράδειγμα  He worked on without a break.
    Συνέχισε να δουλεύει χωρίς διάλειμμα.
    παράδειγμα  Please, keep on with your work!
    Παρακαλώ, συνεχίστε τη δουλειά σας!
    παράδειγμα  If you like a good story, read on.
    Αν σου αρέσει μια καλή ιστορία, συνέχισε να διαβάζεις.
    παράδειγμα  After a while, he went on with his story.
    Ύστερα από λίγο συνέχισε με την ιστορία του.
    παράδειγμα  The film will be on for another week.
    Το φιλμ θα συνεχιστεί για άλλη μια βδομάδα.
    παράδειγμα  They talked on/danced on/walked on for hours.
    Συνέχισαν να μιλάνε/να χορεύουν/περπατάνε επί ώρες.
    παράδειγμα  The strike is still on(going).
    Η απεργία συνεχίζεται ακόμα.
  7. γίνεται, συμβαίνει
    παράδειγμα  What is going on?
    Τι γίνεται/συμβαίνει;
    παράδειγμα  We have a lot going on!
    Έχουμε πολλές εξελίξεις!/Γίνονται πολλά!
    παράδειγμα  Tell me everything that went on between you.
    Πες μου όλα όσα συνέβησαν μεταξύ σας.
    παράδειγμα  What is on at the movies?
    Τι παίζει στο σινεμά;
  8. προγραμματισμένος, κανονισμένος, προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί στο μέλλον
    παράδειγμα  The strike is still on.
    Η απεργία παραμένει προγραμματισμένη.
    παράδειγμα  I don’t think we’ve have anything going on this weekend.
    Δεν νομίζω ότι έχουμε κάτι προγραμματισμένο αυτό το Σαββατοκύριακο.
    παράδειγμα  Are we still on for next Tuesday?
    Είμαστε ακόμα κανονισμένοι για την επόμενη Τρίτη;
  9. σε βάρδια, δουλεύω
    παράδειγμα  I'm on now till 8 tomorrow morning.
    Είμαι σε βάρδια τώρα μέχρι τις 8 το πρωί αύριο.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Πρόθεση

[επεξεργασία]

on (en)

  1. σε, πάνω σε, σε θέση που καλύπτει, αγγίζει ή αποτελεί μέρος μιας επιφάνειας
    παράδειγμα  The picture is on the wall.
    Η εικόνα είναι στον/πάνω στον τοίχο.
    παράδειγμα  My glass is on the table.
    Το ποτήρι μου είναι στο τραπέζι.
    παράδειγμα  There’s a stain on your shirt.
    Υπάρχει ένας λεκές στο πουκάμισό σου.
    παράδειγμα  The leaf is on the tree.
    Το φύλλο είναι στο δέντρο.
    παράδειγμα  He spread a handkerchief on his face.
    Άπλωσε ένα μαντήλι πάνω στο πρόσωπό του.
    παράδειγμα  He knocked on the door.
    Χτύπησε την πόρτα.
  2. πάνω (σε), καταπάνω, σε, υποστηρίζεται από κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  It is on the shelf.
    Είναι πάνω στο ράφι.
    παράδειγμα  Leave it on here/there.
    Άφησέ το εδώ/εκεί πάνω.
    παράδειγμα  What should I wear on top?
    Τι να φορέσω από πάνω;
    παράδειγμα  The tiger pounced on me.
    Η τίγρη πήδησε πάνω μου/καταπάνω μου.
    παράδειγμα  She was standing on one foot.
    Στεκόταν στο ένα πόδι.
  3. σε, με, χρησιμοποιείται να δείξει ένα μέσο μεταφοράς
    παράδειγμα  I am on the plane.
    Είμαι στο αεροπλάνο.
    παράδειγμα  I came on my bike.
    Ήρθα με το ποδήλατό μου.
  4. σε, μέσω κάτι
    παράδειγμα  I am talking on the phone right now.
    Αυτή τη στιγμή μιλάω στο τηλέφωνο.
    παράδειγμα  The information is available on the internet.
    Οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες στο διαδίκτυο.
  5. την, στις, χρησιμοποιείται να δηλώσει μια ημέρα ή ημερομηνία
    παράδειγμα  I am leaving on Sunday.
    Φεύγω την Κυριακή.
    παράδειγμα  On Monday we went to a concert.
    Τη Δευτέρα πήγαμε σε μια συναυλία.
    παράδειγμα  See you on Thursday.
    Θα τα πούμε την Πέμπτη.
    παράδειγμα  See you on the twelfth in the evening.
    Θα τα πούμε στις 12 το βράδυ.
    παράδειγμα  See you on June twenty-seventh.
    Θα τα πούμε στις 27 Ιουνίου.
    παράδειγμα  See you on New Year’s Day.
    Θα τα πούμε την Πρωτοχρονιά.
    παράδειγμα  He was born on June twenty-seventh.
    Γεννήθηκε 27 Ιονίου.
    παράδειγμα  She was born on a Sunday.
    Γεννήθηκε Κυριακή.
    συγκρίνετε με το: at (για ώρες) και in (για χρόνια, μήνες, εποχές κτλ.)
  6. σε, πάνω, χρησιμοποιείται να περιγράψει μια δραστηριότητα ή μια κατάσταση
    παράδειγμα  I’m on vacation.
    Είμαι σε διακοπές.
    παράδειγμα  We’re on a business trip.
    Είμαστε σε επαγγελματικό ταξίδι.
    παράδειγμα  On my way back, I will stop by his office.
    Στην επιστροφή μου θα περάσω από το γραφείο του.
    παράδειγμα  He fell asleep on the job.
    Αποκοιμήθηκε πάνω στη δουλειά του.
    παράδειγμα  The book is on loan at the moment.
    Το βιβλίο είναι αυτή τη στιγμή δανεισμένο.
  7. σε, κατά, χρησιμοποιείται να δείξει κατεύθυνση
    παράδειγμα  It is on your right/left.
    Είναι στα δεξιά/αριστερά σου.
    παράδειγμα  He turned his cannons on the castle.
    Έστρεψε τα κανόνια του κατά του κάστρου.
  8. σε, μέσα σε, σε ή κοντά σε ένα μέρος
    παράδειγμα  The restaurant is on the main road.
    Το εστιατόριο είναι στον/μέσα στον κεντρικό δρόμο.
    παράδειγμα  All speculation about life on Mars…
    Όλες οι υποθέσεις για ζωή στον Άρη…
  9. σε, με, χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη βάση ή τον λόγο για κάτι
    παράδειγμα  Your suspicions are based on guesswork.
    Οι υποψίες σου βασίζονται σε υποθέσεις.
    παράδειγμα  It’s a story based on fact.
    Είναι μια ιστορία βασισμένη σε γεγονότα.
    παράδειγμα  On the assumption that…
    Με της υπόθεση ότι…
    παράδειγμα  On their advice I applied for the job.
    Με τη συμβουλή τους υπέβαλα αίτηση για τη δουλειά.
  10. κατά, ύστερα από, αμέσως μετά από κάτι
    παράδειγμα  He answered questions from reporters on arrival at the airport.
    Κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων.
    παράδειγμα  He was arrested on arrival at the border.
    Συνελήφθη κατά την άφιξή του στα σύνορα.
    παράδειγμα  There was a letter waiting for him on his return.
    Υπήρχε ένα γράμμα που τον περίμενε κατά την επιστροφή του.
    παράδειγμα  On examination, the bank notes proved to be forgeries.
    Ύστερα από έλεγχο τα χαρτονομίσματα αποδείχτηκαν πλαστά.
    παράδειγμα  On arriving home I discovered they had gone.
    Φτάνοντας στο σπίτι, ανακάλυψα ότι είχαν φύγει.
  11. πάνω σε, αναφορικά, σχετικά με κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  What is your opinion on this?
    Ποια είναι η γνώμη σου πάνω σε αυτό;
    παράδειγμα  We need to decide on the matter.
    Πρέπει να αποφασίσουμε πάνω στο θέμα.
     συνώνυμα:  δείτε την πρόθεση about
  12. με, που πληρώνεται από κάτι
    παράδειγμα  I live on my salary/my pension/my income.
    Ζω με το μισθό μου/τη σύνταξή μου/το εισόδημά μου.
    παράδειγμα  How do you make ends meet on 400 euros a month?
    Πώς τα φέρνεις βόλτα με 400 ευρώ το μήνα;
  13. πάνω, που μεταφέρεται από κάποιον, στην κατοχή κάποιου
    παράδειγμα  Do you have a phone on you?
    Έχεις κινητό πάνω σου;
    παράδειγμα  Do you keep money on you?
    Κρατάς πάνω σου λεφτά;

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Αζεριανά (az)

[επεξεργασία]

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

on (az)



Βασκικά (eu)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

on (eu)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

on (fr)



Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Μεταγραφή

[επεξεργασία]

on (rōmaji) 



Καταλανικά (ca)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

on (ca)



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

on (pl) αρσενικό



Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

on (sr)

  • λατινική γραφή του он



Σερβοκροατικά (sh)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

on (sh)



Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

on (tr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Τουρκμενικά (tk)

[επεξεργασία]

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

on



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

on (cs)



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

on (fi)