on
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]on (en) (χωρίς παραθετικά)
- που φοριέται στο σώμα κάποιου
Put your shoes on.
- Βάλε τα παπούτσια σου.
I have my coat on.
- Φοράω το παλτό μου.
His pants are on.
- Το παντελόνι του φοριέται.
- που καλύπτει, αγγίζει ή αποτελεί μέρος κάτι
Make sure that the lid is on.
- Βεβαιώσου ότι το καπάκι είναι στη θέση του.
We got a Christmas tree so let’s put some decorations on.
- Πήραμε χριστουγεννιάτικο δέντρο, οπότε ας βάλουμε μερικά στολίδια.
- μπαίνω μέσα σε όχημα
The bus stopped and four people got on.
- Το λεωφορείο σταμάτησε και τέσσερα άτομα μπήκαν (μέσα).
They hurried on to the plane.
- Βιάστηκαν να μπουν στο αεροπλάνο.
- συγκρίνετε με το: onto
- ανοιχτός, ανοιγμένος, αναμμένος, χρησιμοποιείται για κάτι που είναι συνδεδεμένο ή λειτουργεί
You left the TV on.
- Άφησες ανοιχτή την τηλεόραση.
Look if the radiators are on.
- Δες αν είναι ανοιγμένα τα καλοριφέρ.
The water heater is on.
- Ο θερμοσίφωνας είναι αναμμένος.
I am turning the tap on.
- Ανοίγω τη βρύση.
I turn the light/the radio on.
- Ανοίγω το φως/το ράδιο.
- πέρα, από, χρησιμοποιείται για να δείξει ότι κάποιος ή κάτι κινείται ή στέλνεται προς τα εμπρός
From now on you will be continuing by yourselves.
- Από δω και πέρα θα συνεχίσετε μόνοι σας.
I’m finish up today and (from) tomorrow on I’ll be free.
- Σήμερα τελειώνω και από αύριο θα είμαι ελεύθερος.
She stopped for a moment, then walked on.
- Στάθηκε για μια στιγμή, μετά συνέχισε να περπατά.
Keep straight on for the beach.
- Συνεχίστε ευθεία για την παραλία.
Continue on until you reach the station.
- Συνέχισε ώσπου να φτάσεις στο σταθμό.
”Move on, no standing!” said the officer.
- «Προχωρείτε, μη στέκεστε!» είπε ο αστυφύλακας.
Go on ahead and I’ll catch up with you.
- Προχώρησε μπροστά και θα σε φτάσω.
As the evening slowly wore on…
- Καθώς το βράδυ προχωρούσε αργά…
I'm moving on to a master's degree.
- Προχωρώ σε μεταπτυχιακό.
We should move on to the next topic.
- Θα πρέπει να προχωρήσουμε στο επόμενο θέμα.
- χρησιμοποιείται για να δείξει ότι κάτι συνεχίζεται
He worked on without a break.
- Συνέχισε να δουλεύει χωρίς διάλειμμα.
Please, keep on with your work!
- Παρακαλώ, συνεχίστε τη δουλειά σας!
If you like a good story, read on.
- Αν σου αρέσει μια καλή ιστορία, συνέχισε να διαβάζεις.
After a while, he went on with his story.
- Ύστερα από λίγο συνέχισε με την ιστορία του.
The film will be on for another week.
- Το φιλμ θα συνεχιστεί για άλλη μια βδομάδα.
They talked on/danced on/walked on for hours.
- Συνέχισαν να μιλάνε/να χορεύουν/περπατάνε επί ώρες.
The strike is still on(going).
- Η απεργία συνεχίζεται ακόμα.
- γίνεται, συμβαίνει
What is going on?
- Τι γίνεται/συμβαίνει;
We have a lot going on!
- Έχουμε πολλές εξελίξεις!/Γίνονται πολλά!
Tell me everything that went on between you.
- Πες μου όλα όσα συνέβησαν μεταξύ σας.
What is on at the movies?
- Τι παίζει στο σινεμά;
- προγραμματισμένος, κανονισμένος, προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί στο μέλλον
The strike is still on.
- Η απεργία παραμένει προγραμματισμένη.
I don’t think we’ve have anything going on this weekend.
- Δεν νομίζω ότι έχουμε κάτι προγραμματισμένο αυτό το Σαββατοκύριακο.
Are we still on for next Tuesday?
- Είμαστε ακόμα κανονισμένοι για την επόμενη Τρίτη;
- σε βάρδια, δουλεύω
I'm on now till 8 tomorrow morning.
- Είμαι σε βάρδια τώρα μέχρι τις 8 το πρωί αύριο.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Πρόθεση
[επεξεργασία]on (en)
- σε, πάνω σε, σε θέση που καλύπτει, αγγίζει ή αποτελεί μέρος μιας επιφάνειας
The picture is on the wall.
- Η εικόνα είναι στον/πάνω στον τοίχο.
My glass is on the table.
- Το ποτήρι μου είναι στο τραπέζι.
There’s a stain on your shirt.
- Υπάρχει ένας λεκές στο πουκάμισό σου.
The leaf is on the tree.
- Το φύλλο είναι στο δέντρο.
He spread a handkerchief on his face.
- Άπλωσε ένα μαντήλι πάνω στο πρόσωπό του.
He knocked on the door.
- Χτύπησε την πόρτα.
- πάνω (σε), καταπάνω, σε, υποστηρίζεται από κάποιον ή κάτι
It is on the shelf.
- Είναι πάνω στο ράφι.
Leave it on here/there.
- Άφησέ το εδώ/εκεί πάνω.
What should I wear on top?
- Τι να φορέσω από πάνω;
The tiger pounced on me.
- Η τίγρη πήδησε πάνω μου/καταπάνω μου.
She was standing on one foot.
- Στεκόταν στο ένα πόδι.
- σε, με, χρησιμοποιείται να δείξει ένα μέσο μεταφοράς
I am on the plane.
- Είμαι στο αεροπλάνο.
I came on my bike.
- Ήρθα με το ποδήλατό μου.
- σε, μέσω κάτι
I am talking on the phone right now.
- Αυτή τη στιγμή μιλάω στο τηλέφωνο.
The information is available on the internet.
- Οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες στο διαδίκτυο.
- την, στις, χρησιμοποιείται να δηλώσει μια ημέρα ή ημερομηνία
I am leaving on Sunday.
- Φεύγω την Κυριακή.
On Monday we went to a concert.
- Τη Δευτέρα πήγαμε σε μια συναυλία.
See you on Thursday.
- Θα τα πούμε την Πέμπτη.
See you on the twelfth in the evening.
- Θα τα πούμε στις 12 το βράδυ.
See you on June twenty-seventh.
- Θα τα πούμε στις 27 Ιουνίου.
See you on New Year’s Day.
- Θα τα πούμε την Πρωτοχρονιά.
He was born on June twenty-seventh.
- Γεννήθηκε 27 Ιονίου.
She was born on a Sunday.
- Γεννήθηκε Κυριακή.
- συγκρίνετε με το: at (για ώρες) και in (για χρόνια, μήνες, εποχές κτλ.)
- σε, πάνω, χρησιμοποιείται να περιγράψει μια δραστηριότητα ή μια κατάσταση
I’m on vacation.
- Είμαι σε διακοπές.
We’re on a business trip.
- Είμαστε σε επαγγελματικό ταξίδι.
On my way back, I will stop by his office.
- Στην επιστροφή μου θα περάσω από το γραφείο του.
He fell asleep on the job.
- Αποκοιμήθηκε πάνω στη δουλειά του.
The book is on loan at the moment.
- Το βιβλίο είναι αυτή τη στιγμή δανεισμένο.
- σε, κατά, χρησιμοποιείται να δείξει κατεύθυνση
It is on your right/left.
- Είναι στα δεξιά/αριστερά σου.
He turned his cannons on the castle.
- Έστρεψε τα κανόνια του κατά του κάστρου.
- σε, μέσα σε, σε ή κοντά σε ένα μέρος
The restaurant is on the main road.
- Το εστιατόριο είναι στον/μέσα στον κεντρικό δρόμο.
All speculation about life on Mars…
- Όλες οι υποθέσεις για ζωή στον Άρη…
- σε, με, χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη βάση ή τον λόγο για κάτι
Your suspicions are based on guesswork.
- Οι υποψίες σου βασίζονται σε υποθέσεις.
It’s a story based on fact.
- Είναι μια ιστορία βασισμένη σε γεγονότα.
On the assumption that…
- Με της υπόθεση ότι…
On their advice I applied for the job.
- Με τη συμβουλή τους υπέβαλα αίτηση για τη δουλειά.
- κατά, ύστερα από, αμέσως μετά από κάτι
He answered questions from reporters on arrival at the airport.
- Κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων.
He was arrested on arrival at the border.
- Συνελήφθη κατά την άφιξή του στα σύνορα.
There was a letter waiting for him on his return.
- Υπήρχε ένα γράμμα που τον περίμενε κατά την επιστροφή του.
On examination, the bank notes proved to be forgeries.
- Ύστερα από έλεγχο τα χαρτονομίσματα αποδείχτηκαν πλαστά.
On arriving home I discovered they had gone.
- Φτάνοντας στο σπίτι, ανακάλυψα ότι είχαν φύγει.
- πάνω σε, αναφορικά, σχετικά με κάποιον ή κάτι
- με, που πληρώνεται από κάτι
I live on my salary/my pension/my income.
- Ζω με το μισθό μου/τη σύνταξή μου/το εισόδημά μου.
How do you make ends meet on 400 euros a month?
- Πώς τα φέρνεις βόλτα με 400 ευρώ το μήνα;
- πάνω, που μεταφέρεται από κάποιον, στην κατοχή κάποιου
Do you have a phone on you?
- Έχεις κινητό πάνω σου;
Do you keep money on you?
- Κρατάς πάνω σου λεφτά;
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- on (adverb) - Oxford Learner's Dictionaries
- on (preposition) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 71, 315. ISBN 9780194325684., λήμμα: ανοίγω, (ε)πάνω
Αζεριανά (az)
[επεξεργασία]
Αριθμητικό
[επεξεργασία]on (az)
Βασκικά (eu)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]on (eu)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]on (fr)
Πηγές
[επεξεργασία]- on - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- on - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
Ιαπωνικά (ja)
[επεξεργασία]
Μεταγραφή
[επεξεργασία]on (rōmaji)
Καταλανικά (ca)
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]on (ca)
- πού;
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]on (pl) αρσενικό
Σερβικά (sr)
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]on (sr)
- λατινική γραφή του он
Σερβοκροατικά (sh)
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]on (sh)
Τουρκικά (tr)
[επεξεργασία]
Αριθμητικό
[επεξεργασία]on (tr)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Τουρκμενικά (tk)
[επεξεργασία]
Αριθμητικό
[επεξεργασία]on
Τσεχικά (cs)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]on (cs)
Φινλανδικά (fi)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]on (fi)
Κατηγορίες:
- Αγγλική γλώσσα
- Επιρρήματα (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Επιρρήματα χωρίς παραθετικά (αγγλικά)
- Προθέσεις (αγγλικά)
- Αζεριανή γλώσσα
- Αριθμητικά (αζεριανά)
- Βασκική γλώσσα
- Επίθετα (βασκικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Αντωνυμίες (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Προσωπικές αντωνυμίες (γαλλικά)
- Οικείοι όροι (γαλλικά)
- Μεταγραφές (ιαπωνικά)
- Ιαπωνικά - γραφή romaji
- Καταλανική γλώσσα
- Επιρρήματα (καταλανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (πολωνικά)
- Πολωνική γλώσσα
- Αντωνυμίες (πολωνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (πολωνικά)
- Σερβική γλώσσα - λατινικό αλφάβητο
- Αντωνυμίες (σερβικά-λατινικό αλφάβητο)
- Σερβοκροατική γλώσσα
- Αντωνυμίες (σερβοκροατικά)
- Αντίστροφο λεξικό (σερβοκροατικά)
- Τουρκική γλώσσα
- Αριθμητικά (τουρκικά)
- Αντίστροφο λεξικό (τουρκικά)
- Τουρκμενική γλώσσα
- Αριθμητικά (τουρκμενικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (τσεχικά)
- Τσεχική γλώσσα
- Αντωνυμίες (τσεχικά)
- Ρηματικοί τύποι (φινλανδικά)