on

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Πρόθεση[επεξεργασία]

on (en)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Αζεριανά (az) [επεξεργασία]

Αριθμητικό[επεξεργασία]

on (az)



Βασκικά (eu) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

on (eu)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

on 

Αντωνυμία[επεξεργασία]

on (fr)

  • προσωπική αντωνυμία γ' ενικού προσώπου
    1. « ο κόσμος » (αντιστοιχεί στο αγγλικό one, το γερμανικό Man, κ.α.
    2. (οικείο) εμείς (τυχόν επίθετα που το ακολουθούν συντάσσονται είτε στον ενικό είτε στον πληθυντικό)



Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

on (ca)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

on 

Αντωνυμία[επεξεργασία]

on (pl) αρσενικό



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Αντωνυμία[επεξεργασία]

on (sr)

  • λατινική γραφή του он



Σερβοκροατικά (sh)[επεξεργασία]

Αντωνυμία[επεξεργασία]

on (sh)



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Αριθμητικό[επεξεργασία]

on (tr)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Τουρκμενικά (tk)[επεξεργασία]

Αριθμητικό[επεξεργασία]

on



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

on 

Αντωνυμία[επεξεργασία]

on (cs)



Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

on (fi)

  • είναι, γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα του ρήματος olla