on

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Πρόθεση[επεξεργασία]

on (en)



Αζεριανά (az) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Αριθμητικό[επεξεργασία]

on (az)



Βασκικά (eu) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

on (eu)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

on 

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

on (fr)

  • προσωπική αντωνυμία γ' ενικού προσώπου
  1. « ο κόσμος » (αντιστοιχεί στο αγγλικό one, το γερμανικό Man, κ.α.
  2. (οικείο) εμείς (τυχόν επίθετα που το ακολουθούν συντάσσονται είτε στον ενικό είτε στον πληθυντικό)



Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

on (ca)

  1. πού;



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

on 

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

on (pl) αρσενικό

  1. αυτός



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

on (sr)

  • λατινική γραφή του он



Σερβοκροατικά (sh) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

on (sh)



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Αριθμητικό[επεξεργασία]

on (tr)



Τουρκμενικά (tk) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Αριθμητικό[επεξεργασία]



Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

on 

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

on (cs)

  1. αυτός



Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

on (fi)

  1. είναι, γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα του ρήματος olla