Μετάβαση στο περιεχόμενο

με

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
με < μετά με αποβολή της δεύτερης συλλαβής, όταν ακολουθούσε άρθρο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me/ (άτονο, προφέρεται μαζί με την επόμενη ή τις επόμενες λέξεις)

Πρόθεση

[επεξεργασία]

με πρόθεση που δηλώνει:

  1. συνοδεία, συντροφιά, παρέα
    παράδειγμα  Διαβάζω με τη Μαρία.
  2. συνύπαρξη
    παράδειγμα  Θέλει να ζήσει με τη Μαρία.
  3. τρόπο
    παράδειγμα  Αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες με ψυχραιμία.
  4. μέσο ή όργανο
    παράδειγμα  Θα ταξιδέψουμε με πλοίο.
    παράδειγμα  Οι εργάτες σκάβουν με τις αξίνες.
  5. σχέση ή αναφορά
    παράδειγμα  Έχει εμμονή με την καθαριότητα.
    παράδειγμα  Δεν άντεξα με όσα άκουγα κι έβαλα τις φωνές.
  6. ισότητα, ομοιότητα, συμφωνία, φιλική ή εχθρική επικοινωνία
    παράδειγμα  Είναι το ίδιο ψηλός με το Γιώργο.
    παράδειγμα  Μοιάζει πολύ με τον πατέρα της.
    παράδειγμα  συμφώνησαν με τους διευθυντές
    παράδειγμα  έχει στεναχωρηθεί με όσα της είπα
  7. καιρικές συνθήκες
    παράδειγμα  Θα μειωθεί η παραγωγή με τόση ζέστη.
  8. ψυχική κατάσταση
    παράδειγμα  γέλασε με την καρδιά της
  9. ιδιοκτησία, κυριότητα, κατοχή
    παράδειγμα  οικογένεια με δύο αυτοκίνητα
  10. χαρακτηριστικό, ιδιότητα, περιεχόμενο
    παράδειγμα  ψηλή με εκφραστικό βλέμμα
    παράδειγμα  άνθρωπος με θάρρος
    παράδειγμα  ποτήρι με νερό
  11. χρόνο ή χρονικό όριο
    παράδειγμα  Γύρισε στο σπίτι με το βραδάκι.
    παράδειγμα  Να κάνομε διακοπές 10 με 20 του μήνα;
  12. ποσό, αντάλλαγμα
    παράδειγμα  πληρώνομε με ευρώ
  13. αντίθεση, εναντίωση (ισοδυναμεί με το παρά)
    παράδειγμα  με τόσες δυσκολίες είναι αξιοπρεπής


Κλιτικός τύπος αντωνυμίας

[επεξεργασία]

με

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας

[επεξεργασία]

με

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]