με
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- με < μετά με αποβολή της δεύτερης συλλαβής, όταν ακολουθούσε άρθρο.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me/ (άτονο, προφέρεται μαζί με την επόμενη ή τις επόμενες λέξεις)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με
Πρόθεση
[επεξεργασία]με πρόθεση που δηλώνει:
- συνοδεία, συντροφιά, παρέα
Διαβάζω με τη Μαρία.
- συνύπαρξη
Θέλει να ζήσει με τη Μαρία.
- τρόπο
Αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες με ψυχραιμία.
- μέσο ή όργανο
Θα ταξιδέψουμε με πλοίο.
Οι εργάτες σκάβουν με τις αξίνες.
- σχέση ή αναφορά
Έχει εμμονή με την καθαριότητα.
Δεν άντεξα με όσα άκουγα κι έβαλα τις φωνές.
- ισότητα, ομοιότητα, συμφωνία, φιλική ή εχθρική επικοινωνία
Είναι το ίδιο ψηλός με το Γιώργο.
Μοιάζει πολύ με τον πατέρα της.
συμφώνησαν με τους διευθυντές
έχει στεναχωρηθεί με όσα της είπα
- καιρικές συνθήκες
Θα μειωθεί η παραγωγή με τόση ζέστη.
- ψυχική κατάσταση
γέλασε με την καρδιά της
- ιδιοκτησία, κυριότητα, κατοχή
οικογένεια με δύο αυτοκίνητα
- χαρακτηριστικό, ιδιότητα, περιεχόμενο
ψηλή με εκφραστικό βλέμμα
άνθρωπος με θάρρος
ποτήρι με νερό
- χρόνο ή χρονικό όριο
Γύρισε στο σπίτι με το βραδάκι.
Να κάνομε διακοπές 10 με 20 του μήνα;
- ποσό, αντάλλαγμα
πληρώνομε με ευρώ
- αντίθεση, εναντίωση (ισοδυναμεί με το παρά)
με τόσες δυσκολίες είναι αξιοπρεπής
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]με
- αιτιατική ενικού του εγώ
- (ιδιωματικό) αντί του μου
Τι θες να με πεις;
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- με - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- με - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]με
- (προσωπική αντωνυμία) α΄ πρόσωπο αιτιατική ενικού του ἐγώ
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] η προσωπική αντωνυμία «ἐγώ»