ιδιότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδιότητα ιδιότητες
γενική ιδιότητας ιδιοτήτων
αιτιατική ιδιότητα ιδιότητες
κλητική ιδιότητα ιδιότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ιδιότητα < αρχαία ελληνική ἰδιότης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ιδιότητα θηλυκό

  1. χαρακτηριστικό, γνώρισμα μιας κατηγορίας προσώπων ή πραγμάτων ή ενός μεμονωμένου ατόμου και κατάστασης
    η ιδιότητα του μαθητή, του καθηγητή, του φοιτητή, του ενοικιαστή, του ιδιοκτήτη ακινήτου κ.ο.κ.
    η ιδιότητα της ελαστικότητας, του φθόνου, της φιλομάθειας, της αγωγιμότητας κ.ο.κ.
  2. η κατάσταση του να ανήκει κάποιος σε ένα σύνολο ή να έχει κάποια θέση που να του δίνει υποχρεώσεις ή/και δικαιώματα
    η ιδιότητα του διαχειριστή αποδίδεται στο Βικιλεξικό μετά από ψηφοφορία
    η βουλευτική ιδιότητα, η διευθυντική ιδιότητα κ.ο.κ.

32πχ Μεταφράσεις[]