χαρακτηριστικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαρακτηριστικό τα χαρακτηριστικά
      γενική του χαρακτηριστικού των χαρακτηριστικών
    αιτιατική το χαρακτηριστικό τα χαρακτηριστικά
     κλητική χαρακτηριστικό χαρακτηριστικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρακτηριστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χαρακτηριστικός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαρακτηριστικό ουδέτερο

  1. αυτό που χαρακτηρίζει κάποιον ή κάτι· ιδιαίτερο ή κύριο γνώρισμα, ιδιότητα ή ποιότητα προσώπου ή πράγματος
    • είναι χαρακτηριστικό αυτού του ανθρώπου η ευγένεια
  2. κάποιο γνώρισμα, ιδιότητα ή ποιότητα προσώπου ή πράγματος
  3. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) κάτι που χαρακτηρίζει ένα αντικειμένου, το οποίο εκφράζεται με τις τιμές που λαμβάνουν μία ή περισσότερες μεταβλητές αντικειμένου (instance variable)[1] και συνηθίζεται η διαχείρισή του να γίνεται με τα properties


χαρακτηριστικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. οι λεπτομέρειες της φυσιογνωμίας κάποιου, του προσώπου του
    • ο πίνακας απεικόνιζε ρεαλιστικά τα ευγενικά χαρακτηριστικά της γυναίκας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

χαρακτηριστικό

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Costas Mourlas, Ph.D., Αντικειμενοστρεφής Προγραμματισμός, σελ. 21, University of Cyprus . Προσπέλαση 2019-11-15