χαρακτηριστικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαρακτηριστικό χαρακτηριστικά
γενική χαρακτηριστικού χαρακτηριστικών
αιτιατική χαρακτηριστικό χαρακτηριστικά
κλητική χαρακτηριστικό χαρακτηριστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρακτηριστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χαρακτηριστικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαρακτηριστικό ουδέτερο

  1. αυτό που χαρακτηρίζει κάποιον ή κάτι· ιδιαίτερο ή κύριο γνώρισμα, ιδιότητα ή ποιότητα προσώπου ή πράγματος
    • είναι χαρακτηριστικό αυτού του ανθρώπου η ευγένεια
  2. κάποιο γνώρισμα, ιδιότητα ή ποιότητα προσώπου ή πράγματος

χαρακατηριστικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. οι λεπτομέρειες της φυσιογνωμίας κάποιου, του προσώπου του
    • ο πίνακας απεικόνιζε ρεαλιστικά τα ευγενικά χαρακτηριστικά της γυναίκας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

χαρακτηριστικό