ποιότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ποιότητα οι ποιότητες
      γενική της ποιότητας
& ποιότητος
των ποιοτήτων
    αιτιατική την ποιότητα τις ποιότητες
     κλητική ποιότητα ποιότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποιότητα < αρχαία ελληνική ποιότης

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.'ɔ.ti.ta/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποιότητα θηλυκό

  • το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός ατόμου, αντικειμένου, συστήματος, η φύση, το ποιόν
  • το σύνολο των χαρακτηριστικών ενός ατόμου, αντικειμένου, συστήματος που οδηγούν στην αξιολόγησή του
    η κακή ποιότητα των υλικών ευθύνεται για το ατύχημα
  • η καλή ποιότητα
    παρακολούθησα μια κινηματογραφική ταινία ποιότητας

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]