Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποιότητα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ποιότητα οι ποιότητες
      γενική της ποιότητας
& ποιότητος
των ποιοτήτων
    αιτιατική την ποιότητα τις ποιότητες
     κλητική ποιότητα ποιότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ποιότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποιότης από την αιτιατική «τὴν ποιότητα» & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική qualité [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /piˈo.ti.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποιότητα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποιότητα θηλυκό

  • το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός ατόμου, αντικειμένου, συστήματος, η φύση, το ποιόν
  • το σύνολο των χαρακτηριστικών ενός ατόμου, αντικειμένου, συστήματος που οδηγούν στην αξιολόγησή του
    παράδειγμα  η κακή ποιότητα των υλικών ευθύνεται για το ατύχημα
  • η καλή ποιότητα
    παράδειγμα  παρακολούθησα μια κινηματογραφική ταινία ποιότητας
     δείτε και τα αρχικά ΑΑ (άλφα άλφα)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • ποιότητα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ποιότητα θηλυκό