ποσότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποσότητα ποσότητες
γενική ποσότητας ποσοτήτων
αιτιατική ποσότητα ποσότητες
κλητική ποσότητα ποσότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ποσότητα < αρχαία ελληνική ποσότης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɔ.ˈsɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ποσότητα θηλυκό

  1. αφηρημένη έννοια που αναφέρεται στο μέγεθος (πόσο;) ή τον αριθμό (πόσα;)
    η ποσότητα του αλκοόλ σε αυτά τα σοκολατάκια είναι τόσο μικρή που δεν θα έπρεπε να σε νοιάζει
    η ποσότητα νερού στο σώμα ενός ανθρώπου με μέσο βάρος 70 kg είναι περίπου 40 λίτρα
    η ποσότητα των 10 ml της ουσίας αρκεί για να...

32πχ Μεταφράσεις[]