Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποσότητα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ποσότητα οι ποσότητες
      γενική της ποσότητας των ποσοτήτων
    αιτιατική την ποσότητα τις ποσότητες
     κλητική ποσότητα ποσότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποσότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποσότης + -τητα (από την αιτιατική «τὴν ποσότητα»)[1], με σημασιολογικές επιρροές από την γαλλική quantité και την αγγλική quantity[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poˈso.ti.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποσότητα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποσότητα θηλυκό

  1. αφηρημένη έννοια που αναφέρεται στο μέγεθος (πόσο;) ή τον αριθμό (πόσα;)
    παράδειγμα  Η ποσότητα του αλκοόλ σε αυτά τα σοκολατάκια είναι τόσο μικρή που δε θα έπρεπε να σε νοιάζει.
    παράδειγμα  Η ποσότητα νερού στο σώμα ενός ανθρώπου με μέσο βάρος 70 kg είναι περίπου 40 λίτρα.
    παράδειγμα  Η ποσότητα των 10 ml της ουσίας αρκεί για να...
     συνώνυμα: ποσό
    < υπώνυμα:  αριθμός, μάζα, μέγεθος, όγκος
  2. ποσοτικά γνωρίσματα
     αντώνυμα: ποιότητα
  3. (γραμματική, φωνητική) η χρονική διάρκεια ενός φθόγγου
    < υπώνυμα:  βραχύτητα, μακρότητα
     δείτε τους όρους αντιμεταχώρηση, εκτεταμένη βαθμίδα και κατά πόσον

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ποσότητα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ποσότητα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)