capacity

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

capacity < μέση αγγλική capacite (< παλαιά γαλλική capacite < λατινική capacitas)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kəˈpæsɪti/
capacity 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
capacity capacities

capacity (en)

  1. χωρητικότητα
    • δείτε και τη λέξη (electrical) capacitance (ηλεκτρολογία, φυσική)
  2. περιεκτικότητα
  3. ικανότητα για επίτευξη ενός στόχου ή διεξαγωγής μιας διεργασίας
  4. μέγιστο ποσό ή πλήθος από κάτι που μπορεί να διεκπεραιωθεί, να συγκεντρωθεί κ.ο.κ.
  5. μέγιστη δυνατή παραγωγή μιας μηχανής ή μιας παραγωγικής διαδικασίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • capacity στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια