μετρήσιμος
Εμφάνιση
| Αυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια, ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης. |
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετρήσιμος < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]μετρήσιμος, -η, -ο
- που μπορεί να έχει μέτρο ή ποσότητα αλλά δεν είναι αριθμήσιμος, αριθμητός
το "ρύζι" είναι μετρήσιμο ουσιαστικό (πολύ ρύζι, λίγο ρύζι, δύο κιλά ρύζι)- ※ Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
- ≠ αντώνυμα: μη μετρήσιμος
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- (γραμματική) τα μετρήσιμα αφηρημένα ουσιαστικά συνήθως χρησιμοποιούνται στον ενικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διαθέτουν πληθυντικό ο οποίος χρησιμοποιείται σε ειδικές περιστάσεις ή αναφορές ανάλογα με τους κανόνες γραμματικής κάθε γλώσσας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μετρήσιμος