παραγωγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παραγωγή οι παραγωγές
      γενική της παραγωγής των παραγωγών
    αιτιατική την παραγωγή τις παραγωγές
     κλητική παραγωγή παραγωγές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραγωγή < ελληνιστική κοινή παραγωγή < αρχαία ελληνική παράγω < παρά + ἄγω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική production)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ɾa.ɣɔ.ˈʝi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραγωγή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]