ἄγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άγω

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἄγω ἄγομαι
Παρατατικός ἦγον ἠγόμην
Μέλλοντας ἄξω ἄξομαι & ἀχθήσομαι
Αόριστος ἦξα, ἤγαγον ἠξάμην & ἤχθην
Παρακείμενος ἦχα, ἀγήοχα ἦγμαι
Υπερσυντέλικος ἤχειν, ἀγηόχειν ἤγμην
Συντελεσμένος Μέλλοντας


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄγω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂eǵ- (ἄγω). Συγγενές με τα (σανσκριτικά) अजति (ájati, οδηγώ), (παλαιοαρμενικά) ածեմ (acem, μεταφέρω), (λατινικά) ago, (αρχαία σκανδιναβικά) aka (οδηγώ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἄγω, μέσο-παθητικό ἄγομαι

  1. οδηγώ
  2. προχωρώ
  3. απάγω, αιχμαλωτίζω
  4. μεταφέρω κάτι
  5. προκαλώ
  6. ανατρέφω
  7. διατηρώ
  8. ζυγίζω, έχω ένα συγκεκριμένο βάρος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ἄγω εἰς δίκην: κατηγορώ κάποιον και τον πάω σε δίκη
  • ἄγω ἑορτήν: γιορτάζω μια γιορτή
  • ἄγω καὶ φέρω: λεηλατώ ολοκληρωτικά μια περιοχή, παίρνω λάφυρα και αιχμαλώτους

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]