ζυγίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζυγίζω < μεσαιωνική ελληνική ζυγίζω < αρχαία ελληνική ζυγός + ίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zi.ˈʝi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ζυγίζω (παθητική φωνή: ζυγίζομαι)

  1. (αμετάβατο) έχω συνολική μάζα , σύμφωνα με κάποια μονάδα μέτρησης
    πόσα κιλά ζυγίζεις;
  2. μετράω τη μάζα κάποιου πράγματος με ζυγαριά
    πρέπει να ζυγίσεις τα φρούτα για να υπολογίσεις την αξία τους και να τα πληρώσεις
  3. (μεταφορικά) εκτιμώ την ηθική αξία πράγματος
    δεν μου αρέσει ο νέος φίλος σου· τον ζύγισα με το μάτι ότι είναι παλιοχαρακτήρας
  4. υπολογίζω τις θετικές και τις αρνητικές συνέπειες μιας ενέργειας, λόγου, κατάστασης κ.λπ.
    ζυγίζει τα λόγια του πολύ προσεκτικά
  5. τοποθετώ σε ζυγούς, στην ίδια οριζόντια ευθεία, ευθυγραμμίζω
    θα ζυγίσομε προσεκτικά τα σημεία όπου θα φυτευτούν τα φυτά
  6. (ναυτικός όρος) κάνω να συμπέσει ο διαμήκης άξονας του πλοίου με τον άξονα του στενού ή της διώρυγας που πρόκειται να διαπλεύσει

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]