εκτιμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἐκτιμῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκτιμώ < αρχαία ελληνική ἐκτιμάω / ἐκτιμῶ < τιμάω / τιμῶ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷi-mā- < *kʷei- (τιμή, αξία)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.kti.ˈmɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκτιμώ (παθητική φωνή: εκτιμώμαι)

  1. κάνω μια εκτίμηση, έναν υπολογισμό για την αξία (ή την έκταση, το μέγεθος κ.λπ.) κάποιων πραγμάτων
    συνώνυμα: υπολογίζω, αποτιμώ
  2. έχω θετική γνώμη για κάποιον ή κάτι
    συνώνυμα: υπολήπτομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]