αποτιμώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποτιμώ < καθαρεύουσα ἀποτιμῶ < αρχαία ελληνική ἀποτιμάω - ἀποτιμῶ < ἀπό + τιμάω-ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποτιμώ, πρτ.: αποτιμούσα, στ.μέλλ.: θα αποτιμήσω, αόρ.: αποτίμησα, παθ.φωνή: αποτιμώμαι

  1. εκτιμώ, υπολογίζω το τελικό όφελος ή ζημία, υπολογίζω την οικονομική αξία
  2. (μεταφορικά) εκτιμώ το κέρδος ή τις απώλειες σε εξελίξεις και καταστάσεις, κάνω απολογισμό, αξιολογώ κάτι γενικά
    η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος συνεδρίασε για να αποτιμήσει το εκλογικό αποτέλεσμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]