τιμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: τιμῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τιμώ < αρχαία ελληνική τιμάω / τιμῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

τιμώ, παθ. φωνή: τιμώμαι, παθ. μτχ.: τιμημένος

  1. προσφέρω τιμές, σέβομαι
  2. εορτάζω μια επίσημη γιορτή ή τη μνήμη ενός σημαντικού γεγονότος
  3. απονέμω μια επίσημη διάκριση
  4. (μεταφορικά) χρησιμοποιώ
  5. τιμώμαι: έχω μια τιμή, κοστίζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]