εκ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐκ, ἐξ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκ < αρχαία ελληνική ἐκ

Open book 01.svg Πρόθεση[επεξεργασία]

εκ ή (πριν από φωνήεν) εξ

  • (λόγιο) συντάσσεται με γενική και δηλώνει:
    1. χρόνο
      το ήξερα εκ των προτέρων (= από πριν)
    2. προέλευση από ένα τόπο
      παραλάβαμε ένα δέμα εκ Παρισίων (= από το Παρίσι)
    3. τρόπο
      τα λες αυτά εκ του ασφαλούς
    4. αιτία
      συμβιβάστηκα εξ ανάγκης (= από ανάγκη)
    5. το διαιρεμένο σύνολο
      έλάχιστοι διορίστηκαν τελικά εκ των χιλιάδων υποψηφίων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • από (+ αιτιατική)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]