λαϊκότροπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λαϊκότροπος λαϊκότροπη λαϊκότροπο
γενική λαϊκότροπου λαϊκότροπης λαϊκότροπου
αιτιατική λαϊκότροπο λαϊκότροπη λαϊκότροπο
κλητική λαϊκότροπε λαϊκότροπη λαϊκότροπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λαϊκότροποι λαϊκότροπες λαϊκότροπα
γενική λαϊκότροπων λαϊκότροπων λαϊκότροπων
αιτιατική λαϊκότροπους λαϊκότροπες λαϊκότροπα
κλητική λαϊκότροποι λαϊκότροπες λαϊκότροπα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαϊκότροπος < λαϊκός + -ο- + τρόπος + -ος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λαϊκότροπος, -η, -ο

  1. που έχει συμπεριφορά ή εμφάνιση των («κατώτερων») στρωμάτων του λαού
  2. (γλωσσολογία) που χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιοχές ή με ιδιωματικό τρόπο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]