στρώμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρώμα στρώματα
γενική στρώματος στρωμάτων
αιτιατική στρώμα στρώματα
κλητική στρώμα στρώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στρώμα < αρχαία ελληνική στρῶμα < στρώννυμι


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στρώμα ουδέτερο

  1. ειδική κατασκευή για να κοιμάται άνθρωπος (από πρωτόγονες μορφές όπως ένα τομάρι στο πάτωμα ή άχυρα σκεποασμένα με μια προβιά ή στρώσεις από τομάρια και την ενδιάμεση μορφή του υφάσματος που γέμιζαν με διάφορα υλικά, έως τη σύγχρονη, σχήματος συνήθως ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, όπου ένα ανθεκτικό ύφασμα ή μουσαμάς γεμίζεται ή περιέχει ποικιλία υλικών (βαμβάκι, ελατήρια, αφρολέξ, νερό, αέρα κ.λπ.),
    Στρώμα ύπνου/θαλάσσης/αερόστρωμα κ.λπ.
  2. οτιδήποτε απλώνεται (συνήθως οριζόντια) σε διάφορα πάχη, πάνω ή κάτω από μια άλλη (ίσως και παρόμοια, όχι όμως ίδια) μορφή ύλης
    στρώμα ατμοσφαιρικό, γεωλογικό, προστατευτικό, χιονιού, σκόνης, βερνικιού
  3. (μεταφορικά)οτιδήποτε σχηματίζει στρώμα ή έχει τη μορφή του
    κοινωνικό στρώμα
    (μετεωρολογία) στον πληθυντικό, τα στρώματα, ειδική κατηγορία νεφών (<απόδοση του όρου stratus clouds) σε αντιδιαστολή προς τους σωρείτες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]