στρώμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στρώμα τα στρώματα
      γενική του στρώματος των στρωμάτων
    αιτιατική το στρώμα τα στρώματα
     κλητική στρώμα στρώματα
όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρώμα < αρχαία ελληνική στρῶμα < στρώννυμι

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈstɾɔ.ma/
συλλαβισμός: στρώ‐μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρώμα ουδέτερο

  1. ειδική κατασκευή για να κοιμάται άνθρωπος
    Στρώμα ύπνου/θαλάσσης/αερόστρωμα κ.λπ.
  2. οτιδήποτε απλώνεται (συνήθως οριζόντια) σε διάφορα πάχη, πάνω ή κάτω από μια άλλη (ίσως και παρόμοια, όχι όμως ίδια) μορφή ύλης
    στρώμα ατμοσφαιρικό, γεωλογικό, προστατευτικό, χιονιού, σκόνης, βερνικιού
  3. (μεταφορικά) οτιδήποτε σχηματίζει στρώμα ή κοινωνικό στρώμα
  4. (μετεωρολογία) στον πληθυντικό, τα στρώματα, ειδική κατηγορία νεφών (<απόδοση του όρου stratus clouds) σε αντιδιαστολή προς τους σωρείτες

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]