Μετάβαση στο περιεχόμενο

θάλασσα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Θάλασσες

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θάλασσα οι θάλασσες
      γενική της θάλασσας
& θαλάσσης
των θαλασσών
    αιτιατική τη θάλασσα τις θάλασσες
     κλητική θάλασσα θάλασσες
Και παλαιότερη μορφή γενικής ενικού θαλάσσης.
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Θάλασσα στον Αργοσαρωνικό
η Μεσόγειος Θάλασσα στον χάρτη

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θάλασσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θάλασσα[1], για ορισμένες έννοιες

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈθa.la.sa/
ΔΦΑ : /ˈθa.ɫa.sa/ (στις βόρειες διαλέκτους)
τυπογραφικός συλλαβισμός: θάλασσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θάλασσα θηλυκό

  1. το σύνολο του αλμυρού νερού που καλύπτει την επιφάνεια της Γης
  2. (γεωγραφία) θαλάσσιο τμήμα που συνδέεται με έναν ωκεανό
    Κατηγορία:Θάλασσες (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό
  3. η επιφάνεια της θάλασσας
  4. η θαλασσοταραχή
    παράδειγμα  Ξεκινήσαμε για ψάρεμα με τη βάρκα αλλά βρήκαμε πολύ θάλασσα και γυρίσαμε πίσω.
  5. (σεληνογραφία) έκταση στην επιφάνεια της Σελήνης που με το τηλεσκόπιο φαίνεται σκοτεινότερη και πιο επίπεδη από τα εδάφη που την περιβάλλουν
  6. (μεταφορικά, επιτατικό, με γενική ή από + αιτιατική) το πλήθος, πολύς
    παράδειγμα  θάλασσα ανθρώπων (ανθρωποθάλασσα, λαοθάλασσα)
    παράδειγμα  θάλασσα από λουλούδια (πάρα πολλά λουλούδια)
    παράδειγμα  θάλασσα δακύρων, θάλασσα από δάκρυα (Παραβάλετε ποτάμι δακρύων, βροχή)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

και

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. θάλασσα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θάλασσ αἱ θάλασσαι
      γενική τῆς θαλάσσης τῶν θαλασσῶν
      δοτική τῇ θαλάσσ ταῖς θαλάσσαις
    αιτιατική τὴν θάλασσᾰν τὰς θαλάσσᾱς
     κλητική ! θάλασσ θάλασσαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θαλάσσ
γεν-δοτ τοῖν  θαλάσσαιν
1η κλίση, Κατηγορία 'θάλασσα' όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θάλασσα < Κατά τον Beekes, προελληνική [1] *talakya[2]
η τήνδε θάλαττα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θάλασσα, -ης θηλυκό  δείτε και παράθεμα στο θάλαττα

  1. το σύνολο του αλμυρού νερού που καλύπτει την επιφάνεια της Γης, κυρίως η Μεσόγειος (το Αιγαίο το έλεγαν Αιγαίο πέλαγος, τη Μεσόγειο από τις διαθέσιμες γραπτές πηγές τεκμαίρουμε ότι μάλλον την έλεγαν "την παρ ημιν θάλασσα", και "τούτη δω η θάλασσα")
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 1.1
    Περσέων μέν νυν οἱ λόγιοι Φοίνικας αἰτίους φασὶ γενέσθαι τῆς διαφορῆς. τούτους γὰρ ἀπὸ τῆς Ἐρυθρῆς καλεομένης θαλάσσης ἀπικομένους ἐπί τήνδε τὴν θάλασσαν καὶ οἰκήσαντας τοῦτον τὸν χῶρον τὸν καὶ νῦν οἰκέουσι, αὐτίκα ναυτιλίῃσι μακρῇσι ἐπιθέσθαι
    οι λόγιοι των Περσών αποδίδουν στους Φοίνικες την αιτία της διαμάχης, γιατί αυτοί ήρθαν από τη λεγόμενη Ερυθρά θάλασσα στην εδώ θάλασσα και κατοίκησαν στη χώρα αυτή όπου και τώρα κατοικούν και αμέσως μακρινά ταξίδια με τα καράβια τους άρχισαν
    (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
    πρὸς ἑσπέρην τῆς θαλάσσης ταύτης τῆς Κασπίης καλεομένης (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
  2. το θαλασσινό νερό, το αλμυρό
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 8 (Οὐρανία), 55.1
    ἔστι ἐν τῇ ἀκροπόλι ταύτῃ Ἐρεχθέος τοῦ γηγενέος λεγομένου εἶναι νηός, ἐν τῷ ἐλαίη τε καὶ θάλασσα ἔνι, τὰ λόγος παρὰ Ἀθηναίων Ποσειδέωνά τε καὶ Ἀθηναίην ἐρίσαντας περὶ τῆς χώρης μαρτύρια θέσθαι
    Σ᾽ αυτή την Ακρόπολη υπάρχει ναός του Ερεχθέα (εκείνου που λένε πως είναι γέννημα της γης), που έχει μέσα μια ελιά και μια πηγή με θαλασσινό νερό, που η παράδοση των Αθηναίων λέει πως τ᾽ άφησαν εκεί ο Ποσειδών και η Αθηνά, όταν φιλονικούσαν για τη χώρα, μαρτυρίες για το μέλλον.
    Μετάφραση (1995): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
  3. (μεταφορικά) η τεράστια ποσότητα
    παράδειγμα  κακῶν θάλαττα (μια θάλασσα από ατυχίες, ένας σωρός από ατυχίες που σε πνίγουν)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • ὁ Κρὴς τὴν θάλαττα (ειρωνικά, λες και δεν ξέρει ο Κρητικός από θάλασσα)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
  2. Robert Beekes, Pre-Greek Names