θάλασσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Θάλασσες

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θάλασσα οι θάλασσες
      γενική της θάλασσας
θαλάσσης
των θαλασσών
    αιτιατική τη θάλασσα τις θάλασσες
     κλητική θάλασσα θάλασσες
Και παλαιότερη μορφή γενικής ενικού θαλάσσης.
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Θάλασσα στον Αργοσαρωνικό
η Μεσόγειος Θάλασσα στον χάρτη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θάλασσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θάλασσα < προελληνική [1] *talakya[2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈθa.la.sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θά‐λασ‐σα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θάλασσα θηλυκό

  1. το σύνολο του αλμυρού νερού που καλύπτει την επιφάνεια της Γης
  2. (γεωγραφία) θαλάσσιο τμήμα που συνδέεται με έναν ωκεανό
    δείτε  Κατηγορία:Θάλασσες στο Βικιλεξικό
  3. η επιφάνεια της θάλασσας
  4. η θαλασσοταραχή
    ξεκινήσαμε για ψάρεμα με τη βάρκα αλλά βρήκαμε πολύ θάλασσα και γυρίσαμε πίσω
  5. (σεληνογραφία) έκταση στην επιφάνεια της Σελήνης που με το τηλεσκόπιο φαίνεται σκοτεινότερη και πιο επίπεδη από τα εδάφη που την περιβάλλουν
  6. (μεταφορικά) το πλήθος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 
  2. Robert Beekes, Pre-Greek Names



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θάλασσ αἱ θάλασσαι
      γενική τῆς θαλάσσης τῶν θαλασσῶν
      δοτική τῇ θαλάσσ ταῖς θαλάσσαις
    αιτιατική τὴν θάλασσᾰν τὰς θαλάσσᾱς
     κλητική ! θάλασσ θάλασσαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θαλάσσ
γεν-δοτ τοῖν  θαλάσσαιν
1η κλίση, ομάδα 'θάλασσα', Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θάλασσα < προελληνική[1] *talakya[2]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θάλασσα θηλυκό

  1. το σύνολο του αλμυρού νερού που καλύπτει την επιφάνεια της Γης, κυρίως η Μεσόγειος (το Αιγαίο το έλεγαν Αιγαίο πέλαγος, τη Μεσόγειο από τις διαθέσιμες γραπτές πηγές τεκμαίρουμε ότι μάλλον την έλεγαν "την παρ ημιν θάλασσα", και "τούτη δω η θάλασσα")
    ※  Περσέων μέν νυν οἱ λόγιοι Φοίνικας αἰτίους φασὶ γενέσθαι τῆς διαφορῆς. τούτους γὰρ ἀπὸ τῆς Ἐρυθρῆς καλεομένης θαλάσσης ἀπικομένους ἐπί τήνδε τὴν θάλασσαν καὶ οἰκήσαντας τοῦτον τὸν χῶρον τὸν καὶ νῦν οἰκέουσι, αὐτίκα ναυτιλίῃσι μακρῇσι ἐπιθέσθαι
    οι λόγιοι των Περσών αποδίδουν στους Φοίνικες την αιτία της διαμάχης, γιατί αυτοί ήρθαν από τη λεγόμενη Ερυθρά θάλασσα στην εδώ θάλασσα και κατοίκησαν στη χώρα αυτή όπου και τώρα κατοικούν και αμέσως μακρινά ταξίδια με τα καράβια τους άρχισαν
    (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
    πρὸς ἑσπέρην τῆς θαλάσσης ταύτης τῆς Κασπίης καλεομένης (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
η τήνδε θάλαττα
  1. το θαλασσινό νερό, το αλμυρό
    ※ ἔστι ἐν τῇ ἀκροπόλι ταύτῃ Ἐρεχθέος τοῦ γηγενέος λεγομένου εἶναι νηός, ἐν τῷ ἐλαίη τε καὶ θάλασσα ἔνι, τὰ λόγος παρὰ Ἀθηναίων Ποσειδέωνά τε καὶ Ἀθηναίην ἐρίσαντας περὶ τῆς χώρης μαρτύρια θέσθαι
    στην ακρόπολη υπάρχει ιερό του Ερεχθέα που λέγεται ότι γεννήθηκε από τη γη και στο ναό υπάρχει μια ελια και μια πηγή με θαλασσινό νερό κι όπως λένε οι Αθηναίοι τα δημιουργησαν ο Ποσειδωνας και η Αθηνά όταν έριζαν για την περιοχή
    (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
  2. (μεταφορικά) η τεράστια ποσότητα
    κακῶν θάλαττα (μια θάλασσα από ατυχίες, ένας σωρός από ατυχίες που σε πνίγουν)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ὁ Κρὴς τὴν θάλαττα (ειρωνικά, λες και δεν ξέρει ο Κρητικός από θάλασσα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 
  2. Robert Beekes, Pre-Greek Names

Πηγές[επεξεργασία]