Μετάβαση στο περιεχόμενο

πέλαγος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Πελάγη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πέλαγος τα πελάγη
      γενική του πελάγους των πελαγών
    αιτιατική το πέλαγος τα πελάγη
     κλητική πέλαγος πελάγη
Κατηγορία όπως «έδαφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πέλαγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέλαγος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pelh₂-. Συγκρίνετε με το πέλαγο.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpe.la.ɣos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πέλαγος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πέλαγος ουδέτερο

  1. η ανοικτή θάλασσα που βρίσκεται μακριά από την ακτή
    παράδειγμα  Η βάρκα του έπλεε ανοικτά, στο πέλαγος.
      Τούτο το κανάλι ανάμεσα Νίσυρο και Τήλο όλοι ο αέρηδες το χτυπούν, γι' αυτό και τώρα η φρεσκαδούρα δυναμώνει όσο ανοιγόμαστε στο πέλαγος. (Αθηνά Ταρσούλη, Δωδεκάνησα, τόμος 3, εκδ. Άλφα, 1947)# (γεωγραφία) επώνυμη περιορισμένη θαλάσσια έκταση μικρότερη από τη θάλασσα και τον ωκεανό
    παράδειγμα  Αιγαίο Πέλαγος, Ιόνιο Πέλαγος
  2. (μεταφορικά) μεγάλος όγκος, πλήθος, αφθονία

Ταυτόσημα

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
πελαγ- 

όροι ωκεανολογίας: θαλάσσια διαστρωμάτωση:

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν τον όρο δείτε: θάλασσα



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ πέλαγος τὰ πελάγη
& πελάγε
      γενική τοῦ πελάγους
& πελάγεος
τῶν πελαγῶν
& πελαγέων
      δοτική τῷ πελάγει
& πελάγεῐ̈
τοῖς πελάγεσ(ν)
    αιτιατική τὸ πέλαγος τὰ πελάγη
& πελάγεα
     κλητική ! πέλαγος πελάγη
& πελάγεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πελάγει & πελάγεε
γεν-δοτ τοῖν  πελαγοῖν & πελαγέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'στέλεχος' όπως «στέλεχος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

πέλαγος < θέμα πελα- + -γος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pelh₂- (πλατύς, επίπεδος) [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πέλαγος ουδέτερο

  1. πέλαγος
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 5 (ε. Ἀπόπλους Ὀδυσσέως παρὰ Καλυψοῦς.), στίχ. 330
    ὣς τὴν ἂμ πέλαγος ἄνεμοι φέρον ἔνθα καὶ ἔνθα·
    έτσι στο πέλαγος οι άνεμοι την πήγαιναν [τη σχεδία του Οδυσσέα] πέρα δώθε
  2. πεδινή έκταση που έχει κατακλυστεί από νερό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
πελαγ- 

θέμα με πελαγ-

 και δείτε τα θέματα  πλα- (πλατύς), πλη- (πλήττω), παλ- (παλάμη)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.