πελαγωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πελαγωμένος πελαγωμένη πελαγωμένο
γενική πελαγωμένου πελαγωμένης πελαγωμένου
αιτιατική πελαγωμένο πελαγωμένη πελαγωμένο
κλητική πελαγωμένε πελαγωμένη πελαγωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πελαγωμένοι πελαγωμένες πελαγωμένα
γενική πελαγωμένων πελαγωμένων πελαγωμένων
αιτιατική πελαγωμένους πελαγωμένες πελαγωμένα
κλητική πελαγωμένοι πελαγωμένες πελαγωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πελαγωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πελαγώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πελαγωμένος, -η, -ο

  1. αμήχανος, που δεν ξέρει πώς να φερθεί, τι να κάνει
    Τίποτις δεν κατάλαβα... λέει πελαγωμένος ο Στρατής. (Μενέλαου Λουντέμη, Αγέλαστη Άνοιξη)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]