αρχιπέλαγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρχιπέλαγος αρχιπελάγη
γενική αρχιπελάγους αρχιπελαγών
αιτιατική αρχιπέλαγος αρχιπελάγη
κλητική αρχιπέλαγος αρχιπελάγη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχιπέλαγος < λόγιο (αντιδάνειο) ιταλική arcipelago < μεσαιωνική ελληνική ἀρχιπέλαγος ("ανοιχτό πέλαγος") αρχι- + πέλαγος[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aɾ.çi.ˈpɛ.la.ɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρχιπέλαγος ουδέτερο

  1. (γεωγραφία) η μεγάλη σε έκταση περιοχή της θάλασσας που περιλαμβάνει ομάδα ή ομάδες νησιών
  2. (νομικός όρος) σύμπλεγμα νησιών ή και μερών από νησιά που συνδέονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελούν μια αυτόνομη ενότητα σε οικονομικό, πολιτικό ή γεωγραφικό επίπεδο ή να θεωρούνται ως μια ιστορική ενότητα
  3. (κατά τη Βυζαντινή περίοδο) τα νησιά του Αιγαίου

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. αρχιπέλαγος στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.