σύμπλεγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύμπλεγμα συμπλέγματα
γενική συμπλέγματος συμπλεγμάτων
αιτιατική σύμπλεγμα συμπλέγματα
κλητική σύμπλεγμα συμπλέγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύμπλεγμα < ελληνιστική κοινή σύμπλεγμα < αρχαία ελληνική συμπλέκω < σύν + πλέκω
  1. < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cluster
  2. < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Komplex

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύμπλεγμα ουδέτερο

  1. ενιαίο σύνολο ετερόκλητων στοιχείων συνδεμένων μεταξύ τους
  2. (ψυχιατρική) τραυματικά βιώματα της παιδικής ηλικίας, που εδράζονται στο υποσυνείδητο και επηρεάζουν με αρνητικό τρόπο τη συμπεριφορά ενός ενήλικα
    συνώνυμα: κόμπλεξ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]