ηλικία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηλικία ηλικίες
γενική ηλικίας ηλικιών
αιτιατική ηλικία ηλικίες
κλητική ηλικία ηλικίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ηλικία< αρχαία ελληνική ἡλικία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.li.ˈci.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ηλικία θηλυκό

  1. ο χρόνος που διανύθηκε από τη γέννηση ενός ανθρώπου, ζώου ή άλλου ζωντανού οργανισμού, έως μια συγκεκριμένη στιγμή
    τι ηλικία έχετε;
    η ηλικία ενός δέντρου, μπορεί να υπολογισθεί από τα δακτυλίδια στην τομή του κορμού του
  2. ο χρόνος που διανύθηκε από τη δημιουργία ή την παρασκευή ενός πράγματος
    η ηλικία του σύμπαντος
  3. μια χρονική περίοδος (κατά προσέγγιση) στη ζωή ενός ανθρώπου
    παιδική ηλικία, νεαρή ηλικία, τρίτη ηλικία κ.λπ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]