ηλικία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἡλικία, ἡλικίᾳ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ηλικία οι ηλικίες
      γενική της ηλικίας των ηλικιών
    αιτιατική την ηλικία τις ηλικίες
     κλητική ηλικία ηλικίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλικία < αρχαία ελληνική ἡλικία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.li.ˈci.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηλικία θηλυκό εκ του ηλιακού: περιοδικό φαινόμενο, το οποίο εκφράζει τον χρόνο που απαιτείται, για να διανύσει η γη μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον ήλιο

  1. ο χρόνος που διανύθηκε από τη γέννηση ενός ανθρώπου, ζώου ή άλλου ζωντανού οργανισμού, έως μια συγκεκριμένη στιγμή
    τι ηλικία έχετε;
    η ηλικία ενός δέντρου, μπορεί να υπολογισθεί από τα δακτυλίδια στην τομή του κορμού του
  2. ο χρόνος που διανύθηκε από τη δημιουργία ή την παρασκευή ενός πράγματος
    η ηλικία του σύμπαντος
  3. μια χρονική περίοδος (κατά προσέγγιση) στη ζωή ενός ανθρώπου
    παιδική ηλικία, νεαρή ηλικία, τρίτη ηλικία κ.λπ.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • είναι πια σε ηλικία: σε κατάλληλη ηλικία για να κάνει κάτι ένας νέος/νέα, αλλά και γενικά η ενηλικίωση
  • είναι της ηλικίας : έκφραση γιατρών αλλά και ρεαλιστών ηλικιωμένων για τα προβλήματα υγείας τους (δηλαδή δεν είναι κάτι ανησυχητικό, οφείλεται στη γήρανση)
  • έχουμε και κάποια ηλικία : συγκαταβατική έκφραση για όσους έχουν περάσει τη μέση ηλικία
  • τρίτη ηλικία : οι άνω των 60 ετών έως και 80 σύμφωνα με ταξινομήσεις που προβλέπουν και για τέταρτη και πέμπτη ηλικία ή "κλασικά" οι άνω των 60 γενικώς (όπου φτάσει ο καθείς), με την τρίτη ηλικια ως τελευταία διαίρεση της ζωής

Μεταφράσεις[επεξεργασία]