μεγαλώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγαλώνω < μεγάλος + -ώνω

παθ. φωνή<μεγαλώνομαι, μετοχή παθ. παρακειμένου<μεγαλωμένος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μεγαλώνω

  1. (αμετάβατο) γίνομαι μεγαλύτερος ως προς το μέγεθος
    η Μαρία μπήκε στον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης και μεγάλωσε αρκετά η κοιλιά της
  2. (μεταβατικό) κάνω κάτι μεγαλύτερο ως προς το μέγεθος
  3. (αμετάβατο) γίνομαι μεγαλύτερος ως προς την ηλικία, κατά περίπτωση ωριμάζω ή ανδρώνομαι ή ενηλικιώνομαι ή γερνώ
    νοστάλγησε τη γειτονιά όπου μεγάλωσε
  4. (μεταβατικό) ανατρέφω ένα παιδί
    έχει τρία παιδιά να μεγαλώσει
  5. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να δείχνει μεγαλύτερος σε ηλικία από όσο πραγματικά είναι
    αυτά τα ρούχα σε μεγαλώνουν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]