bring up

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας bring up
γ΄ ενικό ενεστώτα brings up
αόριστος brought up
παθητική μετοχή brought up
ενεργητική μετοχή bringing up

Ετυμολογία [επεξεργασία]

bring up < μέση αγγλική bring up. → και δείτε τις λέξεις bring και up

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˌbrɪŋ ˈʌp/

Ρήμα[επεξεργασία]

bring up (en)

  1. μεγαλώνω, ανατρέφω, ανασταίνω
    I was brought up by my grandmother.
    Με ανάστησε η γιαγιά μου.
     συνώνυμα: raise
  2. το να αναφέρω κάτι σε μια συζήτηση
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη mention
  3. το να αποκαλύπτω, ξεσκεπάζω, φανερώνω κάτι
     συνώνυμα: bring back, reveal, resurface, uncover, unveil
  4. το να ενεργοποιώ, ανοίγω ένα μηχάνημα ή συσκευή (π.χ. υπολογιστή)
     συνώνυμα: start, turn on
  5. (ανεπίσημο) το να κάνω εμετό, ξερνάω
     συνώνυμα: throw up (ανεπίσημο), vomit
  6. το να σταματώ ή να διακόπτω κάτι σταθερό
     συνώνυμα: interrupt, stop

Συγγενικά[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

και
  • bring up - Cambridge Dictionary online
  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 57. ISBN 9780194325684. , λήμμα: ανασταίνω