up

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

up (en) (χωρίς παραθετικά)

Επίρρημα[επεξεργασία]

up (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. πάνω, ψηλά, προς ή σε υψηλότερη θέση
    Who is up there?
    Ποιος είναι εκεί πάνω;
    The smoke rose straight up in the still air.
    Ο καπνός ανέβαινε ίσια ψηλά στον ήσυχο αέρα.
  2. έχει τελειώσει ένα χρονικό διάστημα
    Time is up.
    Πέρασε η ώρα.
     συνώνυμα: → δείτε το επίρρημα over

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Πρόθεση[επεξεργασία]

up (en)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

up (en)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]