Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


over (en) (χωρίς παραθετικά)



over (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. ενδελεχώς, τελείως
  2. υπερβολικά
  3. ανάποδα, τοποθετώ ανάποδα
  4. μεταφέρω σε άλλον


over (en)

  • τέλος! (τελευταία λέξη σε μηνύματα)


over (en)

  1. πάνω από, από πάνω, στο υψηλότερο σημείο
    over the clouds - πάνω από τα σύννεφα
    His office is located one floor over mine.
    Το γραφείο του βρίσκεται ένα όροφο από πάνω από το δικό μου.
     συνώνυμα: above
  2. πάνω σε, στην επιφάνεια ενός πράγματος
    He spread a handkerchief over his face.
    Άπλωσε ένα μαντήλι πάνω στο πρόσωπό του.
     συνώνυμα: on, upon
  3. περνώ πέρα
    I cross over the bridge.
    Περνώ πέρα από τη γέφυρα.
     συνώνυμα: across
  4. πάνω σε, δηλώνει εξουσία
    He has no control over his passions.
    Δεν μπορεί να κυριαρχήσει πάνω στα πάθη του.
    She reigned over a vast empire.
    Βασίλεψε πάνω σε μια απέραντη αυτοκρατορία.
  5. από, δηλώνει προτίμηση
    I prefer coffee over tea.
    Προτιμώ τον καφέ από το τσάι.
     συνώνυμα: to
  6. παραπάνω, πέρα από κάποιο όριο
    It is 10 meters and perhaps a bit over.
    Είναι 10 μέτρα κι ίσως λιγάκι παραπάνω.
     συνώνυμα: more
  7. πάνω/παραπάνω από κάποιο ποσό
    It weighs over ten tons.
    Ζυγίζει πάνω από/παραπάνω από δέκα τόννους.
     συνώνυμα: above
  8. πάνω από κάποιο εμπόδιο
    He jumped over the hedge.
    Πήδηξε πάνω από το φράχτη.
  9. (μαθηματικά) διά (για τη διαίρεση)
    eight over four equals two - οκτώ διά τέσσερα ίσον δύο
     συνώνυμα: divide
  10. σχετικά με, περί (ενός θέματος)
    We talked over the decision and…
    Μιλήσαμε σχετικά με την απόφαση και…
     συνώνυμα: about


Δείτε επίσης[επεξεργασία]


  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 315, 681. ISBN 9780194325684. , λήμμα: (ε)πάνω, πέρα

Ολλανδικά (nl)[επεξεργασία]




over (nl)