Μετάβαση στο περιεχόμενο

τέλος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τέλος τα τέλη
      γενική του τέλους των τελών
    αιτιατική το τέλος τα τέλη
     κλητική τέλος τέλη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τέλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τέλος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈte.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τέλος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τέλος ουδέτερο

  1. το σημείο πέραν του οποίου δε συνεχίζεται μια ενέργεια ή ένα πράγμα, το έσχατο σημείο, το πέρας
    παράδειγμα  τα τέλη του αιώνα
    παράδειγμα  το τέλος του δρόμου
    παράδειγμα  το τέλος της σχέσης μας
    παράδειγμα  το τέλος του κόσμου
     συνώνυμα: εσχατιά, τα πέρατα, πέρας
     αντώνυμα: αρχή, ξεκίνημα
  2. (μεταφορικά) ο θάνατος
      Πες το γιατί δε θα βγεις ζωντανός απ' τα χέρια μου, σήμερα θάν' το τέλος σου!
    Κώστας Ταχτσής (1972). «Τα ρέστα». Συλλογή διηγημάτων Τα ρέστα.
  3. (οικονομία) ο φόρος, ο δασμός (συνήθως στον πληθυντικό: τα τέλη)
    παράδειγμα  τέλος ακίνητης περιουσίας
      Τό ἄρθρον 2 τοῦ Β΄ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐξόδων, φέρον τόν τίτλον «Ἔξοδα γραφείου καί διαχειρίσεως», ὑποδιαιρούμενα εἰς θέρμανσιν καί φωτισμόν, εἰς γραφική ὕλην καί λοιπά, εἰς τηλεγραφικά καί ταχυδρομικά τέλη καί φύλακτρα χρεωγράφων, ἀναγράφει ἐν ὅλῳ δαπάνην δράχ. 1360 (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1893, σελ. 62)


Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
τελεσ-
ονομαστική τὸ τέλος τὰ τέλη - τέλε
      γενική τοῦ τέλους - τέλεος τῶν τελῶν - τελέων
      δοτική τῷ τέλει - τέλεῐ̈ τοῖς τέλεσ(ν)
    αιτιατική τὸ τέλος τὰ τέλη - τέλεα
     κλητική ! τέλος τέλη - τέλεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τέλει - τέλεε
γεν-δοτ τοῖν  τελοῖν - τελέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τέλος < τελ- με δυσχερή αναγωγή στην πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷel- (κινώ, στρίβω) λόγω των τύπων τελεσ-[1]  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τέλος ουδέτερο

  1. ολοκλήρωση, εκπλήρωση, αποτέλεσμα
  2. σκοπός
  3. λήξη, παύση
  4. απόφαση δίκης
  5. δασμός, έξοδο
  6. τελειότητα, πληρότητα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.