τέλειος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τέλειος τέλεια τέλειο
γενική τέλειου τέλειας τέλειου
αιτιατική τέλειο τέλεια τέλειο
κλητική τέλειε τέλεια τέλειο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τέλειοι τέλειες τέλεια
γενική τέλειων τέλειων τέλειων
αιτιατική τέλειους τέλειες τέλεια
κλητική τέλειοι τέλειες τέλεια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέλειος < αρχαία ελληνική τέλειος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τέλειος

  1. που έχει φτάσει στην τελειότητα· ιδανικός, ολοκληρωμένος, χωρίς ελάττωμα, αψεγάδιαστος, άψογος
  2. που κατέχει στον ύψιστο βαθμό μια ιδιότητα, ακόμη και αρνητική
    π.χ. τέλειος βλάκας

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]