τέλειος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | τέλειος | η | τέλεια | το | τέλειο |
| γενική | του | τέλειου | της | τέλειας | του | τέλειου |
| αιτιατική | τον | τέλειο | την | τέλεια | το | τέλειο |
| κλητική | τέλειε | τέλεια | τέλειο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | τέλειοι | οι | τέλειες | τα | τέλεια |
| γενική | των | τέλειων | των | τέλειων | των | τέλειων |
| αιτιατική | τους | τέλειους | τις | τέλειες | τα | τέλεια |
| κλητική | τέλειοι | τέλειες | τέλεια | |||
| ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τέλειος < αρχαία ελληνική τέλειος
Επίθετο
[επεξεργασία]τέλειος
- που έχει φτάσει στην τελειότητα· ιδανικός, ολοκληρωμένος, χωρίς ελάττωμα, αψεγάδιαστος, άψογος
- που κατέχει στον ύψιστο βαθμό μια ιδιότητα, ακόμη και αρνητική
- π.χ. τέλειος βλάκας
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τέλειος
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τέλειος < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]τέλειος, -α, -ον
- τέλειος
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Πίνδαροςw, Νεμεονίκαις, 10. ‹Θεαίῳ Ἀργείῳ παλαιστῇ›, 18 Επιμ. Boeck, Pindari opera quae supersunt, 1811. (10.17-10.18)
- οὗ κατ᾽ Ὄλυμπον | ἄλοχος Ἥβα τελείᾳ παρὰ ματέρι βαίνοισ᾽ ἔστι, καλλίστα θεῶν.
- πὄχει γυναίκα τώρ᾽ αυτός στον Όλυμπο | την πιο ᾽μορφη από τις θεές, την Ήβη, που πλάι με τη μητέρα της, του τέλειου γάμου τη θεά, βαδίζει.
- Μετάφραση (1937): Ιωάννης Γρυπάρης, @greek‑language.gr
- οὗ κατ᾽ Ὄλυμπον | ἄλοχος Ἥβα τελείᾳ παρὰ ματέρι βαίνοισ᾽ ἔστι, καλλίστα θεῶν.
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Πίνδαροςw, Νεμεονίκαις, 10. ‹Θεαίῳ Ἀργείῳ παλαιστῇ›, 18 Επιμ. Boeck, Pindari opera quae supersunt, 1811. (10.17-10.18)
Πηγές
[επεξεργασία]- τέλειος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τέλειος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πίνδαρο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)