τελειότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τελειότητα τελειότητες
γενική τελειότητας τελειοτήτων
αιτιατική τελειότητα τελειότητες
κλητική τελειότητα τελειότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τελειότητα < αρχαία ελληνική τελειότης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɛ.li.ˈɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τελειότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του τέλειου, αυτού που είναι ολοκληρωμένος και χωρίς ψεγάδια
    η νέα δουλειά του γνωστού γλύπτη αγγίζει την τελειότητα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]