impeccable

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

impeccable (en)

  1. αψεγάδιαστος, άψογος, τέλειος
  2. ανίκανος για το κακό, αγνός



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

impeccable (fr)

  1. αψεγάδιαστος, άψογος, τέλειος