τελειώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τελειώνω < αρχαία ελληνική τελειόω - τελειῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɛ.ˈʎɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τελειώνω , παρατ.: τελείωνα, στιγμ. μέλλ.: θα τελειώσω, αόρ.: τελείωσα , παθ.φωνή: τελειώνομαι , μτχ.π.π.: τελειωμένος

  1. (μεταβατικό) ολοκληρώνω μια εργασία
    περίμενε να στεγνώσει πριν μπεις μέσα, γιατί μόλις τελείωσα το σφουγγάρισμα
  2. (αμετάβατο) φτάνω στο τέλος μου
  3. (ιδιωματικό) φτάνω σε οργασμό

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]