στρίβω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρίβω < αρχαία ελληνική στρέφω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈstɾi.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στρίβω

  1. (μεταβατικό) στρέφω κάτι γύρω από τον άξονά του
    • στρίβοντας τη βίδα προς τα δεξιά, συνήθως βιδώνει
    συνώνυμα: συστρέφω, περιστρέφω
  2. (αμετάβατο) περιστρέφομαι
    • δεν ξέρω τι έχει το τιμόνι, προσπαθώ να το στρίψω αλλά δεν στρίβει!
    συνώνυμα: στρέφομαι
  3. (αμετάβατο) αλλάζω πορεία ή κατεύθυνση
    • μόλις στρίψεις αριστερά, θα δεις την πολυκατοικία
    • ο οδηγός έστριψε το αυτοκίνητο κι απέφυγε τη σύγκρουση
    συνώνυμα: γυρίζω

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]