στρέφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρέφω < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική στρέφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *strebʰ-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈstɾe.fo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στρέ‐φω

Ρήμα[επεξεργασία]

στρέφω, αόρ.: έστρεψα, παθ.φωνή: στρέφομαι, π.αόρ.: στράφηκα, μτχ.π.π.: στραμμένος

  1. γυρίζω κάποιον ή κάτι προς κάποια άλλη κατεύθυνση
  2. (μεταφορικά) αλλάζω τρόπο θέασης και προσέγγισης των πραγμάτων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Παθητική φωνή → λείπει η κλίση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρέφω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

στρέφω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]