προκαλώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προκαλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προκαλῶ (καλώ να βγει μπροστά), συνηρημένος τύπος του προκαλέω (συνήθως στη μέση φωνή προκαλοῦμαι) < προ- + καλέω / καλῶ [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾo.kaˈlo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : προ‐κα‐λώ
Ρήμα
[επεξεργασία]προκαλώ, -είς, -εί..., αόρ.: προκάλεσα, παθ.φωνή: προκαλούμαι, π.αόρ.: προκλήθηκα
- γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι, επιφέρω
το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο
το γεγονός αυτό προκαλεί ανησυχία
- καλώ κάποιον σε αντιπαράθεση
σε προκαλώ να απαντήσεις!
- έχω προκλητική στάση
- είμαι επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό να δημιουργήσω διαμάχη
οι οπαδοί της μιας ομάδας προκαλούσαν τους άλλους με βρισιές και χειρονομίες
- δημιουργώ αρνητικές εντυπώσεις
αυτή η επίδειξη πλούτου προκαλεί το κοινό αίσθημα
- προσπαθώ να ερεθίσω σεξουαλικά
ντύνεται έτσι γιατί του αρέσει να προκαλεί
- είμαι επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό να δημιουργήσω διαμάχη
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | προκαλώ | προκαλούσα | θα προκαλώ | να προκαλώ | προκαλώντας | |
| β' ενικ. | προκαλείς | προκαλούσες | θα προκαλείς | να προκαλείς | ||
| γ' ενικ. | προκαλεί | προκαλούσε | θα προκαλεί | να προκαλεί | ||
| α' πληθ. | προκαλούμε | προκαλούσαμε | θα προκαλούμε | να προκαλούμε | ||
| β' πληθ. | προκαλείτε | προκαλούσατε | θα προκαλείτε | να προκαλείτε | προκαλείτε | |
| γ' πληθ. | προκαλούν(ε) | προκαλούσαν(ε) | θα προκαλούν(ε) | να προκαλούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | προκάλησα | θα προκαλήσω | να προκαλήσω | προκαλήσει | ||
| β' ενικ. | προκάλησες | θα προκαλήσεις | να προκαλήσεις | προκάλησε | ||
| γ' ενικ. | προκάλησε | θα προκαλήσει | να προκαλήσει | |||
| α' πληθ. | προκαλήσαμε | θα προκαλήσουμε | να προκαλήσουμε | |||
| β' πληθ. | προκαλήσατε | θα προκαλήσετε | να προκαλήσετε | προκαλήστε | ||
| γ' πληθ. | προκάλησαν προκαλήσαν(ε) |
θα προκαλήσουν(ε) | να προκαλήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω προκαλήσει | είχα προκαλήσει | θα έχω προκαλήσει | να έχω προκαλήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις προκαλήσει | είχες προκαλήσει | θα έχεις προκαλήσει | να έχεις προκαλήσει | έχε προκαλημένο | |
| γ' ενικ. | έχει προκαλήσει | είχε προκαλήσει | θα έχει προκαλήσει | να έχει προκαλήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε προκαλήσει | είχαμε προκαλήσει | θα έχουμε προκαλήσει | να έχουμε προκαλήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε προκαλήσει | είχατε προκαλήσει | θα έχετε προκαλήσει | να έχετε προκαλήσει | έχετε προκαλημένο | |
| γ' πληθ. | έχουν προκαλήσει | είχαν προκαλήσει | θα έχουν προκαλήσει | να έχουν προκαλήσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) προκαλημένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) προκαλημένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) προκαλημένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) προκαλημένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | προκαλούμαι | προκαλούμουν | θα προκαλούμαι | να προκαλούμαι | ||
| β' ενικ. | προκαλείσαι | προκαλούσουν | θα προκαλείσαι | να προκαλείσαι | ||
| γ' ενικ. | προκαλείται | προκαλούνταν | θα προκαλείται | να προκαλείται | ||
| α' πληθ. | προκαλούμαστε | προκαλούμασταν προκαλούμαστε |
θα προκαλούμαστε | να προκαλούμαστε | ||
| β' πληθ. | προκαλείστε | προκαλούσασταν προκαλούσαστε |
θα προκαλείστε | να προκαλείστε | προκαλείστε | |
| γ' πληθ. | προκαλούνται | προκαλούνταν | θα προκαλούνται | να προκαλούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | προκαλήθηκα | θα προκαληθώ | να προκαληθώ | προκαληθεί | ||
| β' ενικ. | προκαλήθηκες | θα προκαληθείς | να προκαληθείς | προκαλήσου | ||
| γ' ενικ. | προκαλήθηκε | θα προκαληθεί | να προκαληθεί | |||
| α' πληθ. | προκαληθήκαμε | θα προκαληθούμε | να προκαληθούμε | |||
| β' πληθ. | προκαληθήκατε | θα προκαληθείτε | να προκαληθείτε | προκαληθείτε | ||
| γ' πληθ. | προκαλήθηκαν προκαληθήκαν(ε) |
θα προκαληθούν(ε) | να προκαληθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω προκαληθεί | είχα προκαληθεί | θα έχω προκαληθεί | να έχω προκαληθεί | ||
| β' ενικ. | έχεις προκαληθεί | είχες προκαληθεί | θα έχεις προκαληθεί | να έχεις προκαληθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει προκαληθεί | είχε προκαληθεί | θα έχει προκαληθεί | να έχει προκαληθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε προκαληθεί | είχαμε προκαληθεί | θα έχουμε προκαληθεί | να έχουμε προκαληθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε προκαληθεί | είχατε προκαληθεί | θα έχετε προκαληθεί | να έχετε προκαληθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν προκαληθεί | είχαν προκαληθεί | θα έχουν προκαληθεί | να έχουν προκαληθεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι ς - είμαστε, είστε, είναι ι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν ς - ήμαστε, ήσαστε, ήταν ι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι ς - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι ι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι ς - να είμαστε, να είστε, να είναι ι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προκαλώ
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ προκαλώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα προ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς μετοχή παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)