προκαλώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προκαλώ < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ka.ˈlɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

προκαλώ

  1. γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι
    το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο
    το γεγονός αυτό προκαλεί ανησυχία
  2. καλώ κάποιον σε αντιπαράθεση
    σε προκαλώ να απαντήσεις!
  3. έχω προκλητική στάση
    • είμαι επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό να δημιουργήσω διαμάχη
      οι οπαδοί της μιας ομάδας προκαλούσαν τους άλλους με βρισιές και χειρονομίες
    • δημιουργώ αρνητικές εντυπώσεις
      αυτή η επίδειξη πλούτου προκαλεί το κοινό αίσθημα
    • προσπαθώ να ερεθίσω σεξουαλικά
      ντύνεται έτσι γιατί της αρέσει να προκαλεί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]