προκλητικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προκλητικότητα οι προκλητικότητες
      γενική της προκλητικότητας των προκλητικοτήτων
    αιτιατική την προκλητικότητα τις προκλητικότητες
     κλητική προκλητικότητα προκλητικότητες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προκλητικότητα < προκλητικός + -ότης/-ότητα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προκλητικότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του προκλητικού, η συμπεριφορά που προκαλεί και οδηγεί σε αντίδραση


Μεταφράσεις[επεξεργασία]