γίνομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γίνομαι < αρχαία ελληνική γίνομαι και γίγνομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γίνομαι

  1. λαβαίνω υπόσταση, ζωή, ύπαρξη
  2. αποκτώ μια ιδιότητα
    έγινε κατακόκκινος από την ντροπή του
    "Μακάρι να γινόμουνα κι εγώ δασκάλα", της έλεγε. (Σώτη Τριανταφύλλου, Η φυγή)
  3. ετοιμάζομαι, ολοκληρώνομαι
    ακόμα να γίνει το φαγητό
  4. (στο γ πρόσωπο) συμβαίνω
    αυτά έγιναν χτες στο γήπεδο
  5. (στο γ πρόσωπο ενικού) είναι δυνατόν
    γίνεται να συναντηθούμε κατά τις τρεις αντί στις δύο που είχαμε πει;

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γίνομαι