become

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας become
γ΄ ενικό ενεστώτα becomes
αόριστος became
παθητική μετοχή become
ενεργητική μετοχή becoming
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

Ρήμα[επεξεργασία]

become (en)

  1. γίνομαι, αρχίζω να είμαι κάτι
    As the day went on, the heat became stronger.
    Καθώς προχωρούσε η μέρα, η ζέστη γινόταν μεγαλύτερη.
     συνώνυμα:  grow
  2. (επίσημο) μου πάει (π.χ. ρούχο), μου ταιριάζει

Πηγές[επεξεργασία]